Πίστευε ότι η πρώην γυναίκα του θα μετάνιωνε για το διαζύγιο. Όταν όμως είδε ποιος περίμενε μαζί της έξω από το μαιευτήριο, κατάλαβε ότι είχε κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του.
Ο Όλεγκ δεν περίμενε ποτέ ότι η Ναντέζντα θα συμφωνούσε τόσο εύκολα να πάρουν διαζύγιο.
Ήταν παντρεμένοι έντεκα χρόνια. Είχαν περάσει μαζί δύσκολες στιγμές, οικονομικά προβλήματα, οικογενειακές εντάσεις, αμέτρητους καβγάδες και περιόδους που σχεδόν δεν μιλούσαν ο ένας στον άλλον.
Κι όμως, όταν ο Όλεγκ είπε τελικά:
«Νομίζω πως πρέπει να χωρίσουμε»,
περίμενε ότι η Ναντέζντα θα έκλαιγε. Ότι θα τον παρακαλούσε να το ξανασκεφτεί. Ότι θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να σώσει τον γάμο τους.

Αντί γι’ αυτό, εκείνη έμεινε σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα και μετά απάντησε:
«Εντάξει».
Μόνο μία λέξη.
Ο Όλεγκ σχεδόν θύμωσε.
«Τόσο απλά;»
Η Ναντέζντα τον κοίταξε ήρεμα.
«Τι θέλεις να κάνω; Να σε παρακαλέσω να μείνεις; Αφού εσύ πήρες την απόφαση».
Εκείνη τη στιγμή ο Όλεγκ πίστεψε ότι απλώς προσποιούνταν πως ήταν δυνατή.
Ήταν βέβαιος ότι μετά από μερικούς μήνες θα άλλαζε γνώμη.
«Θα της περάσει», έλεγε στους φίλους του. «Όταν μείνει μόνη της, θα καταλάβει τι έχασε».
Περίμενε ένα τηλεφώνημα.
Μετά ένα μήνυμα.
Ύστερα μια προσπάθεια συμφιλίωσης.
Δεν ήρθε τίποτα.
Οι εβδομάδες έγιναν μήνες και η Ναντέζντα δεν επικοινώνησε ούτε μία φορά.
Ο Όλεγκ άρχισε να ρωτάει κοινές γνωριμίες.
«Ξέρεις πώς είναι;»
«Τι κάνει;»
«Έχει γνωρίσει κανέναν;»
Κάθε φορά που κάποιος του έλεγε ότι η Ναντέζντα ήταν καλά, εκείνος χαμογελούσε ειρωνικά.
«Καλά; Φυσικά και λέει ότι είναι καλά».
Στην πραγματικότητα, όμως, τον ενοχλούσε όλο και περισσότερο.
Ένας από τους παλιότερους φίλους του, ο Πάβελ, το παρατήρησε.
«Γιατί ασχολείσαι ακόμα μαζί της;» τον ρώτησε κάποια μέρα.
Ο Όλεγκ ανασήκωσε τους ώμους.
«Απλώς θέλω να ξέρω».
«Όχι. Θέλεις να ξέρεις αν σε χρειάζεται ακόμα».
Ο Όλεγκ δεν απάντησε.
Η κουβέντα εκείνη δημιούργησε απόσταση ανάμεσα στους δύο φίλους. Και με τον καιρό, σταμάτησαν σχεδόν να μιλούν.
Πέρασε περισσότερο από ένας χρόνος.
Και τότε, ένα απόγευμα, ο Όλεγκ είδε τη Ναντέζντα τυχαία στον δρόμο.
Στην αρχή δεν την αναγνώρισε.
Ήταν χαμογελαστή. Φαινόταν ήρεμη. Και το σημαντικότερο, φαινόταν πραγματικά ευτυχισμένη.
Μόλις τον είδε, σταμάτησε.
«Όλεγκ;»
«Ναντέζντα…»
Μίλησαν για λίγα λεπτά.
Και τότε ο Όλεγκ παρατήρησε κάτι που τον έκανε να παγώσει.
Η κοιλιά της ήταν εμφανώς φουσκωμένη.
«Είσαι…;»
Η Ναντέζντα χαμογέλασε.
«Ναι. Είμαι έγκυος».
Ο Όλεγκ προσπάθησε να κρύψει την έκπληξή του.
«Χαίρομαι για σένα», είπε μηχανικά.
«Κι εγώ είμαι πολύ χαρούμενη».
Εκείνος περίμενε να ακούσει κάτι για τον γάμο τους. Κάποια αναφορά στο παρελθόν. Κάποια στιγμή αδυναμίας.
Τίποτα.
Η Ναντέζντα τον αποχαιρέτησε και συνέχισε τον δρόμο της.
Ο Όλεγκ έμεινε να την κοιτάζει.
Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι η ζωή της είχε προχωρήσει χωρίς εκείνον.
Λίγους μήνες αργότερα, έμαθε ότι είχε γεννήσει.
Δεν ήξερε γιατί, αλλά ένιωσε την ανάγκη να περάσει από το μαιευτήριο.
Ίσως ήθελε απλώς να τη δει.
Ίσως ήθελε να επιβεβαιώσει ότι όλα αυτά ήταν αλήθεια.
Όταν έφτασε, την είδε έξω από την είσοδο.
Η Ναντέζντα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μικρό μωρό.
Δίπλα της στεκόταν ένας άντρας.
Ο Όλεγκ έκανε μερικά βήματα προς το μέρος τους.
Και τότε αναγνώρισε το πρόσωπο.
Πάβελ.
Ο παλιός του φίλος.
Ο άνθρωπος με τον οποίο είχε σταματήσει να μιλάει λίγο μετά το διαζύγιο.
Ο Όλεγκ ένιωσε σαν να του κόπηκε η ανάσα.
Ο Πάβελ τον είδε και πλησίασε.
«Όλεγκ».
«Το παιδί… είναι δικό σου;»
Ο Πάβελ κοίταξε τη Ναντέζντα και χαμογέλασε.
«Ναι».
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα ο Όλεγκ ψιθύρισε:

«Πόσο καιρό…;»
Ο Πάβελ κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε.
«Με τη Ναντέζντα αρχίσαμε να βγαίνουμε σχεδόν έναν χρόνο μετά το διαζύγιό σας».
Ο Όλεγκ τον κοίταξε δύσπιστα.
«Δηλαδή δεν υπήρχε τίποτα πριν;»
«Όχι».
Ο Πάβελ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Δεν σε πρόδωσα ποτέ, Όλεγκ. Όσο ήσουν παντρεμένος μαζί της, δεν συνέβη τίποτα μεταξύ μας. Όταν άρχισα να έχω σχέση μαζί της, είχατε ήδη χωρίσει εδώ και σχεδόν έναν χρόνο. Εσύ κι εγώ δεν μιλούσαμε πια».
Ο Όλεγκ δεν ήξερε τι να απαντήσει.
Ξαφνικά θυμήθηκε όλες εκείνες τις φορές που είχε κατηγορήσει τη Ναντέζντα μέσα στο μυαλό του.
Όλες τις φορές που είχε φανταστεί ότι εκείνη υπέφερε χωρίς αυτόν.
Όλες τις φορές που είχε περιμένει να επιστρέψει.
Και τώρα στεκόταν μπροστά του με ένα νεογέννητο παιδί στην αγκαλιά και έναν άντρα που την αγαπούσε στο πλευρό της.
Έναν άντρα που κάποτε θεωρούσε φίλο του.
Αργότερα έμαθε ότι ακόμα και η μητέρα του γνώριζε για τη σχέση τους.
Όταν της τηλεφώνησε θυμωμένος, εκείνη του είπε μόνο:
«Τι περίμενες, Όλεγκ; Της ζήτησες να φύγει από τη ζωή σου. Δεν μπορείς να απαιτείς να μείνει μόνη της για πάντα».
Εκείνος σώπασε.
Για πρώτη φορά, δεν είχε ειρωνική απάντηση.
Δεν είχε δικαιολογία.
Δεν είχε κανέναν να κατηγορήσει.
Ο Όλεγκ είχε πιστέψει ότι αφήνοντας τη Ναντέζντα θα την έκανε να καταλάβει πόσο πολύ τον χρειαζόταν.
Δεν είχε καταλάβει ότι μερικές φορές ένας άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί τι έχασε όταν σε χάνει.
Συνειδητοποιεί τι κέρδισε.
Κι εκείνη τη μέρα, έξω από το μαιευτήριο, ο Όλεγκ κατάλαβε κάτι που τον πόνεσε περισσότερο από το ίδιο το διαζύγιο:
Η Ναντέζντα δεν είχε καταστραφεί όταν έφυγε από τη ζωή της.
Είχε ελευθερωθεί.
Και ενώ εκείνος περίμενε για μήνες να τη δει να μετανιώνει, εκείνη είχε προχωρήσει, είχε αγαπήσει ξανά και είχε δημιουργήσει μια νέα οικογένεια.
Μια ζωή στην οποία ο Όλεγκ δεν είχε πλέον καμία θέση.
Και για πρώτη φορά, δεν μπορούσε να γελάσει ειρωνικά.
Γιατί κατάλαβε ότι νόμιζε πως η απουσία του θα τη διέλυε.
Στην πραγματικότητα, η απουσία του ήταν αυτή που της επέτρεψε να γίνει πραγματικά ευτυχισμένη.



