Η ίδια δεν μπορούσε πια να καταλάβει πότε ακριβώς η ζωή της σταμάτησε να αλλάζει σταδιακά και άρχισε να καταρρέει μονομιάς — σαν να μην κάηκαν απλώς όλες οι γέφυρες πίσω της, αλλά να σβήστηκαν προσεκτικά,
μέχρι να μην υπάρχει καμία διαδρομή επιστροφής. Το παρελθόν της δεν έμοιαζε πια με κάτι που είχε ζήσει η ίδια, αλλά με μια μακρινή, θολή ιστορία κάποιου άλλου ανθρώπου. Ονόματα, πρόσωπα και φωνές που κάποτε ήταν οικείες είχαν διαλυθεί στη μνήμη της σαν σκιές μέσα στην ομίχλη.
Η φυγή δεν ήταν μία μόνο απόφαση, αλλά μια αργή συσσώρευση φόβου. Κάθε συνηθισμένος ήχος άρχισε να μοιάζει απειλητικός. Η δόνηση ενός κινητού την έκανε να τιναχτεί.
Τα βήματα πίσω της της επιτάχυναν τον χτύπο της καρδιάς. Ακόμα και οι γνώριμοι δρόμοι άρχισαν να φαίνονται ξένοι, σαν να είχε στραφεί ολόκληρη η πόλη εναντίον της.

Η φυγή δεν έμοιαζε με ελευθερία — έμοιαζε με μια αργή, μη αναστρέψιμη πτώση στο άγνωστο.
Βρέθηκε στην άκρη του δάσους επειδή δεν υπήρχε πια κανένα μέρος όπου θα μπορούσε να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά. Η καλύβα που βρήκε δύσκολα μπορούσε να χαρακτηριστεί καταφύγιο.
Ήταν εγκαταλελειμμένη, ξεχασμένη από τον χρόνο, γερμένη σαν να είχε παραδοθεί κι εκείνη στη φθορά. Η στέγη είχε υποχωρήσει, οι ξύλινες σανίδες ήταν ραγισμένες και υγρές, και από κάθε χαραμάδα περνούσε παγωμένος αέρας.
Κάθε ριπή έκανε τη δομή να τρίζει και να βογκά, σαν να πονούσε.
Το δάσος γύρω της δεν έδινε αίσθηση ασφάλειας — έδινε την αίσθηση ότι παρακολουθεί. Τα πυκνά δέντρα στέκονταν τόσο κοντά το ένα στο άλλο, που έμοιαζαν με φυσικό τείχος που την απομόνωνε από τον υπόλοιπο κόσμο.
Ακόμη και την ημέρα, το φως μετά βίας περνούσε μέσα από το πυκνό φύλλωμα, αφήνοντας το έδαφος σε μόνιμο ημίφως. Ο αέρας ήταν βαρύς, υγρός, γεμάτος από τη μυρωδιά της γης, της μούχλας και των σαπισμένων φύλλων.
Τίποτα εδώ δεν ήταν καθαρό ή ελεγχόμενο — όλα έμοιαζαν αρχαία και αδιάφορα για την παρουσία της.
Στην αρχή προσπάθησε να βάλει μια στοιχειώδη τάξη. Τοποθέτησε πέτρες στην είσοδο, σαν μια απλή γραμμή να μπορούσε να τη προστατεύσει από όλα όσα την κυνηγούσαν.
Όμως αυτή η ψευδαίσθηση γρήγορα κατέρρευσε. Το κρύο εισχωρούσε στο σώμα της, ο ύπνος έγινε αδύνατος και οι νύχτες απλώνονταν χωρίς τέλος. Στο σκοτάδι, κάθε ήχος μετατρεπόταν σε απειλή μέσα στο μυαλό της.
Ένα κλαδί που έσπαγε γινόταν παρουσία. Ο άνεμος ανάμεσα στα δέντρα ακουγόταν σαν βήματα που πλησίαζαν. Και η σιωπή ήταν η χειρότερη απ’ όλα — γιατί την ανάγκαζε να ακούει τις ίδιες της τις σκέψεις.
Ο χρόνος έχασε κάθε δομή. Οι μέρες μπλέκονταν μεταξύ τους, χωρίς αρχή και τέλος. Κάποιες φορές καθόταν ακίνητη για ώρες, χωρίς να ξέρει πόσος χρόνος είχε περάσει. Αποκομμένη από τον έξω κόσμο,

το μυαλό της γέμιζε τα κενά με ολοένα πιο σκοτεινά σενάρια, πιο ζωντανά από την ίδια την πραγματικότητα.
Η μοναξιά του δάσους δεν ήταν παρηγορητική — ήταν απόλυτη. Τόσο απόλυτη, που ακόμη και η ίδια της η ύπαρξη άρχιζε να της φαίνεται ξένη. Μερικές φορές είχε την ανησυχητική αίσθηση ότι δεν ήταν μόνη,
παρόλο που γνώριζε λογικά πως δεν μπορούσε να υπάρχει κανείς εκεί. Σαν το παρελθόν της να είχε αποκτήσει αόρατη μορφή, κρυμμένη ανάμεσα στα δέντρα και στις σκιές της καλύβας.
Και τότε εμφανίστηκαν τα σημάδια. Πολύ αχνά για να είναι βέβαιη, αλλά πολύ συγκεκριμένα για να τα αγνοήσει. Ίχνη στο χώμα κοντά στην καλύβα, σπασμένα κλαδιά σε αφύσικες θέσεις, μικρές αλλαγές που δεν έμοιαζαν με ζώα.
Κάθε λεπτομέρεια έσφιγγε τον φόβο όλο και περισσότερο, μέχρι που η αμφιβολία έγινε εμμονή και η εμμονή βεβαιότητα.
Εκείνη τη νύχτα, το δάσος άλλαξε. Ο άνεμος σταμάτησε εντελώς και μια βαριά, αφύσικη σιωπή απλώθηκε παντού. Ακόμη και οι πιο μικροί ήχοι χάθηκαν. Αυτή η σιωπή δεν ήταν γαλήνη — ήταν ένταση, σαν ολόκληρος ο κόσμος να κρατούσε την αναπνοή του.
Όταν ακούστηκε το πρώτο ξερό σπάσιμο κλαδιού ακριβώς έξω από την καλύβα, ήξερε πως δεν υπήρχε πια διαφυγή. Δεν ήταν ξαφνικό ούτε χαοτικό. Ήταν κάτι αναπόφευκτο που πλησίαζε αργά
— σαν όλα όσα είχε προσπαθήσει να αποφύγει να περίμεναν απλώς τη σωστή στιγμή για να τη βρουν επιτέλους.



